Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ
Το ποδόσφαιρο (αγγλικά: association football) είναι ομαδικό άθλημα που παίζεται ανάμεσα σε δύο ομάδες των έντεκα παικτών με μία σφαιρική μπάλα. Ο ποδοσφαιρικός αγώνας διεξάγεται σε ένα ορθογώνιο γήπεδο με φυσικό ή τεχνητό χλοοτάπητα πράσινου χρώματος και ένα «τέρμα» στο μέσο κάθε μιας από τις στενές πλευρές. Σκοπός κάθε ομάδας είναι να οδηγήσει τη μπάλα στο αντίπαλο τέρμα, δηλαδή «να βάλει γκολ» (από την αγγλική λέξη goal που σημαίνει σκοπός) ή «να σκοράρει», όπως λέγεται στην ειδική ποδοσφαιρική γλώσσα. Οι παίκτες χειρίζονται τη μπάλα κυρίως με τα πόδια, αλλά και με τον κορμό ή το κεφάλι. Η ομάδα που θα επιτύχει τα περισσότερα γκολ ως το τέλος του παιχνιδιού κερδίζει.
Το ποδόσφαιρο είναι σήμερα το πιο δημοφιλές άθλημα στον κόσμο. Στις αρχές του 21ου αιώνα ασχολούνταν με αυτό περισσότεροι από 250 εκατομμύρια αθλητές σε περισσότερα από 200 κράτη.[3] Το ποδοσφαιρικό παιχνίδι παίζεται σε διάφορα επίπεδα, από φιλικό, με λιγότερους ή περισσότερους από έντεκα παίκτες, παιδιά ή ενήλικες, σε ένα οποιουδήποτε μεγέθους γήπεδο, με δύο τυχαία αντικείμενα για τη σήμανση του τέρματος, έως επαγγελματικό, με επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, αυστηρή τήρηση των κανονισμών και περισσότερους από 100.000 ενθουσιώδεις θεατές να παρακολουθούν σε ειδική ποδοσφαιρική αρένα υψηλών τεχνικών προδιαγραφών. Ανώτατη οργανωτική αρχή του ποδοσφαίρου είναι η FIFA (FIFA - Fédération Internationale de Football Association), η οποία διεξάγει την κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση, το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου, κάθε τέσσερα χρόνια.[4]Ετυμολογία και ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το όνομα του αθλήματος στα ελληνικά είναι σύνθετη λέξη και προέρχεται από τις λέξεις πόδι και σφαίρα, κατά αναλογία του αγγλικού football.[5] Στην αγγλική γλώσσα χρησιμοποιήθηκε ο όρος association football για να γίνεται διάκριση από άλλες μορφές ποδοσφαίρου που διεξάγονταν την εποχή εκείνη και ειδικότερα από το ράγκμπι (rugby football).[6] Επίσης, στην αγγλική γλώσσα χρησιμοποιείται ο όρος soccer που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1880 στην Αγγλία από τη σύντμηση των λέξεων social ceremony («κοινωνική τελετή»).[7] Άλλες πηγές αναφέρουν ότι η λέξη soccer προήλθε από συντομογραφία της λέξης association με την προσθήκη της κατάληξης -er, που σχημάτισε αρχικά το assoccer και αργότερα το soccer.[8] Στη σύγχρονη εποχή, ο όρος football χρησιμοποιείται αντί του όρου association football στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην ηπειρωτική Ευρώπη και στη Λατινική Αμερική και ο όρος soccer στον Καναδά και στις ΗΠΑ, καθώς και στην Ιαπωνία.[8] Σε άλλες αγγλόφωνες χώρες, όπως η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία, χρησιμοποιούνται και οι δύο όροι,[8][9] ενώ υπάρχουν και τοπικά ονόματα για το άθλημα.
Είναι ιστορικά καταγεγραμμένο ότι σε πολλές χώρες υπήρξαν παιχνίδια όπου οι παίκτες κλοτσούν μία μπάλα, όπως ο επίσκυρος στην Αρχαία Ελλάδα,[24] το «woggabaliri» στην Αυστραλία, το «harpastum» στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και το «cuju» στην Κίνα. Οι σύγχρονοι κανόνες του ποδοσφαίρου βασίζονται στις προσπάθειες που έγιναν στα μέσα του 19ου αιώνα για τυποποίηση των ποικίλων μορφών του ποδοσφαίρου που παίζοταν στα δημόσια σχολεία της Αγγλίας. Η ιστορία του ποδοσφαίρου στην Αγγλία χρονολογείται τουλάχιστον από τον όγδοο αιώνα.[25]
Οι Κανόνες του Κέμπριτζ, που καταρτίστηκαν για πρώτη φορά στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ το 1848, είχαν μεγάλη επιρροή στην ανάπτυξη των επόμενων κανόνων του ποδοσφαίρου. Οι Κανόνες του Κέμπριτζ γράφτηκαν στο Τρίνιτι Κόλετζ (Trinity College) του Κέμπριτζ σε μια συνεδρίαση στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι από τα σχολεία Ίτον (Eton College), Χάροου (Harrow School), Ράγκμπι (Rugby School),[7] Γουίντσεστερ (Winchester College) και Σριούσμπερι (Shrewsbury School). Δεν είχαν καθιερωθεί καθολικά, όπου δηλαδή παιζόταν το ποδόσφαιρο. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1850, πολλές ομάδες που δεν συνδέονταν με σχολεία ή πανεπιστήμιο δημιουργήθηκαν σε όλο τον αγγλόφωνο κόσμο, για να παίζουν διάφορες μορφές του ποδοσφαίρου. Μερικές ομάδες δημιούργησαν τους δικούς τους ξεχωριστούς κανόνες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Σέφιλντ,[7] που δημιουργήθηκε από πρώην μαθητές του δημόσιου σχολείου το 1857,[26] και που οδήγησε στη δημιουργία της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας του Σέφιλντ (Sheffield Football Association) το 1867[27] και των Κανόνων του Σέφιλντ.[28] Το 1862, ο Τζον Τσαρλς Θρινκ (John Charles Thring), εκπαιδευτικός του σχολείου Uppingham School, επινόησε επίσης ένα σύνολο κανόνων, οι οποίοι αποκαλούνταν «The Simplest Game» ή «The Uppingham Rules».[29]
Η ομάδα Ρόγιαλ Εντζινίρς η οποία ήταν φιναλίστ στο πρώτο τελικό του κυπέλλου Αγγλίας το 1872
Οι συνεχιζόμενες αυτές προσπάθειες συνέβαλαν στη δημιουργία της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Αγγλίας (The Football Association - The FA) το 1863, η οποία συνεδρίασε για πρώτη φορά το πρωί της 26ης Οκτωβρίου του 1863 στην Ταβέρνα Freemasons (Freemasons' Tavern) στην Great Queen Street του Λονδίνου.[7][30] Στη συνάντηση συμμετείχαν αντιπρόσωποι 12 ομάδων και σχολείων του Λονδίνου: Μπαρνές ΡΦΚ (Barnes Rugby Football Club), Σίβιλ Σερβάις ΦΚ (Civil Service F.C.), Κρουσάντερς ΦΚ (Crusaders F.C.), Φόρεστ οφ Λειτονστόουν (Forest of Leytonstone), Νόου Νέιμ Κλαπ (N.N. Club), Κρίσταλ Πάλας ΦΚ (1861) (Crystal Palace F.C. (1861)), Μπλάκχεθ ΦΚ (Blackheath F.C.), Κένσιγκτον Σκουλ (Kensington School), Πέρσεβαλ Χάους (Perceval House), Σούρμπιτον ΦΚ (Surbiton F.C.), Μπλάκχεθ Προπιέταρι Σκουλ (Blackheath Proprietary School) και Σάρτερχάους Σκουλ (Charterhouse School).[7][30][31] Η συνάντηση στην ταβέρνα ήταν η απαρχή για πέντε ακόμα συναντήσεις μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου, στο τέλος των οποίων παρήχθη το πρώτο ολοκληρωμένο σύνολο κανόνων. Στην τελευταία συνάντηση, ο πρώτος ταμίας της FA, ο εκπρόσωπος της ομάδας ράγκμπι Blackheath F.C., Φράνσις Μάουλε Κάμπελ (Francis Maule Campbell), απέσυρε την ομάδα του από την FA εξαιτίας της απόρριψης δύο προτάσεων. Η πρώτη επέτρεπε το τρέξιμο με την μπάλα στο χέρι και η δεύτερη επέτρεπε την παρεμπόδιση της ενέργειας αυτής με λάκτισμα στις κνήμες του αντιπάλου, τρικλοποδιά ή συγκράτηση με τα χέρια. Άλλες ποδοσφαιρικές ομάδες ράγκμπι ακολούθησαν και δεν εντάχθηκαν στην FA ή αποχώρησαν στη συνέχεια, δημιουργώντας το 1871 την Ένωση Ράγκμπι (Rugby Football Union). Τα υπόλοιπα έντεκα σωματεία, κάτω από την εποπτεία του Εμπενίζερ Κομπ Μόρλεϊ (Ebenezer Cobb Morley), ιδρυτή της Μπαρνές ΡΦΚ, επικύρωσαν τους αρχικούς δεκατρείς κανόνες του παιχνιδιού.[30] Οι κανόνες αυτοί περιλάμβαναν το χειρισμό της μπάλας με «απόκρουση» και την απουσία οριζόντιου δοκαριού και έμοιαζαν εκπληκτικά με τους κανόνες του βικτωριανού ποδοσφαίρου που αναπτύσσονταν την ίδια περίοδο στην Αυστραλία. Η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία του Σέφιλντ διατηρούσε τους δικούς της κανόνες μέχρι τη δεκαετία του 1870 και η FA υιοθέτησε ορισμένους από τους κανόνες αυτές, μέχρι που υπήρχε μόνο μικρή διαφορά στα παιχνίδια.[32]
Η Εθνική Αγγλίας αντιμέτωπη με την Εθνική Σκωτίας το 1872 στο The Oval
Οι Κανόνες Παιχνιδιού σήμερα καθορίζονται από το Διεθνές Ποδοσφαιρικό Συμβούλιο (IFAB).[33] Το συμβούλιο συγκροτήθηκε το 1886[34] μετά από συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο Μάντσεστερ μεταξύ της FA, της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας Σκωτίας, της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας Ουαλίας και της Ιρλανδικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας. Η παλαιότερη ποδοσφαιρική διοργάνωση στον κόσμο είναι το Κύπελλο Αγγλίας, το οποίο δημιουργήθηκε από τον ποδοσφαιριστή της Γουόντερερς ΦΚ και γραμματέας της FA, Τσαρλς Γουίλιαμ Άλσοκ (Charles William Alcock) και στο οποίο διαγωνίζονται οι αγγλικές ομάδες από το 1872. Ο πρώτος διεθνής ποδοσφαιρικός αγώνας έλαβε χώρα το 1872 μεταξύ της Εθνικής Σκωτίας και της Εθνικής Αγγλίας στη Γλασκώβη και πάλι με πρωτοβουλία του Τσαρλς Γουίλιαμ Άλσοκ. Στην Αγγλία επίσης δημιουργήθηκε το πρώτο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου στον κόσμο, το οποίο ιδρύθηκε στο Μπέρμιγχαμ το 1888 από το διευθυντή της Άστον Βίλα William McGregor [35] Η αρχική μορφή του πρωταθλήματος περιλάμβανε 12 σωματεία από την κεντρική και βόρεια Αγγλία. Η FIFA, ο διεθνώς αναγνωρισμένος οργανισμός που διοικεί το ποδόσφαιρο, ιδρύθηκε στο Παρίσι το 1904, οπότε και δηλώθηκε ότι θα τηρηθούν οι Κανόνες του Παιχνιδιού της FA.[36] Η αυξανόμενη δημοτικότητα του διεθνούς παιχνιδιού οδήγησε στην αποδοχή εκπροσώπων της ΦΙΦΑ στο Διεθνές Ποδοσφαιρικό Συμβούλιο το 1913. Το συμβούλιο σήμερα αποτελείται από τέσσερις εκπροσώπους της ΦΙΦΑ και από ένα εκπρόσωπο από κάθε μία από τις τέσσερις ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες του Ηνωμένου Βασιλείου.[37] Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι το μόνο κράτος που διατηρεί τέσσερις εθνικές ομάδες (Εθνική Αγγλίας, Εθνική Σκωτίας, Εθνική Ουαλίας και Εθνική Βορείου Ιρλανδίας) τιμής ένεκεν, για την προσφορά του στο άθλημα.[38]
Το Διεθνές Ποδοσφαιρικό Συμβούλιο έχει καθορίσει 17 κανόνες, που είναι γνωστοί ως Κανόνες Παιχνιδιού και δημοσιεύονται από τη FIFA.[39] Κάθε κανόνας περιγράφει προδιαγραφές ή ορίζει κατευθυντήριες γραμμές. Οι ίδιοι κανόνες εφαρμόζονται σε όλα τα επίπεδα αγώνων, αν και επιτρέπονται ορισμένες τροποποιήσεις για ομάδες παίδων, παλαιμάχων, γυναικών και ατόμων με ειδικές αδυναμίες. Οι κανόνες είναι συχνά διατυπωμένοι με γενικό τρόπο, επιτρέποντας έτσι την ευελιξία στην εφαρμογή τους ανάλογα με τη φύση του παιχνιδιού. Εκτός από τους 17 κανόνες, πολλές από τις αποφάσεις και οδηγίες του Διεθνούς Ποδοσφαιρικού Συμβουλίου συμβάλλουν στη ρύθμιση του αθλήματος.
Κανόνας 1: Ο Αγωνιστικός χώρος
Κανόνας 2: Η Μπάλα
Κανόνας 3: Ο αριθμός των ποδοσφαιριστών
Κανόνας 4: Εξοπλισμός ποδοσφαιριστή
Κανόνας 5: Ο διαιτητής
Κανόνας 6: Οι βοηθοί διαιτητές
Κανόνας 7: Διάρκεια του αγώνα
Κανόνας 8: Έναρξη και επανέναρξη του παιχνιδιού
Κανόνας 9: Η μπάλα εντός και εκτός παιχνιδιού
Κανόνας 10: Μέθοδος επίτευξης τέρματος
Κανόνας 11: Παίκτης εκτός παιχνιδιού (Οφσάιντ)
Κανόνας 12: Παραβάσεις και ανάρμοστη συμπεριφορά (Φάουλ)
Κανόνας 13: Ελεύθερο λάκτισμα (άμεσο και έμμεσο)
Κανόνας 14: Πέναλτι (ποδόσφαιρο)
Κανόνας 15: Επαναφορά από την πλάγια γραμμή (Πλάγιο άουτ)
Κανόνας 16: Από τέρματος λάκτισμα (Άουτ)
Κανόνας 17: Το γωνιαίο λάκτισμα (Κόρνερ)
Διεθνείς διοργανώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η σημαντικότερη διεθνής ποδοσφαιρική διοργάνωση είναι το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου (ή Μουντιάλ), το οποίο διοργανώνεται από τη ΦΙΦΑ. Η διοργάνωση λαμβάνει χώρα κάθε τέσσερα χρόνια. Περίπου 190-200 εθνικές ομάδες διαγωνίζονται στα προκριματικά της διοργάνωσης που τελούνται υπό την αιγίδα των ηπειρωτικών συνομοσπονδιών, για μια θέση στην τελική φάση της διοργάνωσης. Η τελική φάση, η οποία διεξάγεται κάθε τέσσερα χρόνια, περιλαμβάνει 32 εθνικές ομάδες που διαγωνίζονται για μια χρονική περίοδο περίπου ενός μηνός. Ο αριθμός των ομάδων που συμμετέχουν στην τελική φάση έχει αλλάξει στην διάρκεια της ιστορίας του θεσμού. Η πιο πρόσφατη αλλαγή έλαβε χώρα ενόψει του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου του 1998, όπου υπήρξε αύξηση του αριθμού των ομάδων από 24 σε 32.[73] Το πιο πρόσφατου τουρνουά ήταν το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου 2010, το οποίο διοργανώθηκε στη Νότια Αφρική το διάστημα μεταξύ 11 Ιουνίου 2010 και 11 Ιουλίου 2010, ενώ ήταν η πρώτη φορά που η τελική φάση του θεσμού διεξήχθη στην Αφρική.[74][75]
Ενός λεπτού σιγή πριν από την έναρξη ενός διεθνούς αγώνα.
Επιπρόσθετα, ένα ποδοσφαιρικό ολυμπιακό τουρνουά διεξάγεται σε κάθε θερινή Ολυμπιάδα από το 1900, εκτός από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1932 στο Λος Άντζελες.[76] Πριν από τη δημιουργία του Παγκοσμίου Κυπέλλου, οι Ολυμπιακοί Αγώνες (ειδικά κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920), είχαν το ίδιο καθεστώς με το Παγκόσμιο Κύπελλο. Αρχικά, η εκδήλωση ήταν μόνο για τους ερασιτέχνες,[36] Ωστόσο, από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1984 επιτρέπονται οι επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, έστω και με ορισμένους περιορισμούς που εμποδίζουν τα κράτη να παραθέτουν τις πιο δυνατές εθνικές τους. Επί του παρόντος, το τουρνουά των ανδρών στους Ολυμπιακούς αγώνες διεξάγεται με τις εθνικές ομάδες κάτω των 23 ετών (U23).[77] Στο παρελθόν είχε επιτραπεί ένας περιορισμένος αριθμός ποδοσφαιριστών μεγαλύτερης ηλικίας ανά ομάδα.[78] Το τουρνουά γυναικών προστέθηκε στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων το 1996. Σε αντίθεση με το τουρνουά των ανδρών, επιτρέπονται οι επαγγελματίες ποδοσφαιριστές χωρίς κανένα περιορισμό ηλικίας.[77]
Μετά το Παγκόσμιο κύπελλο, οι σημαντικότερες διεθνείς ποδοσφαιρικές διοργανώσεις είναι τα πρωταθλήματα των συνομοσπονδιών, τα οποία οργανώνονται από κάθε συνομοσπονδία και συμμετέχουν οι εθνικές ομάδες των μελών τους. Οι διοργανώσεις αυτές είναι το Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου ή Euro (ΟΥΕΦΑ), το Κόπα Αμέρικα (CONMEBOL), το Κύπελλο Εθνών Αφρικής (CAF), το Ασιατικό Κύπελλο Εθνών Ποδοσφαίρου (AFC), το Χρυσό Κύπελλο CONCACAF (CONCACAF) και το Κύπελλο Εθνών Ωκεανίας (OFC). Στο Κύπελλο Συνομοσπονδιών ΦΙΦΑ συμμετέχουν οι νικητές των πιο πάνω διοργανώσεων, η εκάστοτε κάτοχος του Παγκοσμίου Κυπέλλου και η εθνική ομάδα του κράτους το οποίο διοργανώνει το Κύπελλο Συνομοσπονδιών.[79] Το Κύπελλο Συνομοσπονδιών γενικά θεωρείται ως μια «προθέρμανση» για το επερχόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο και δεν έχει την ίδια αίγλη με το τελευταίο.[80] Οι πιο διάσημες διασυλλογικές διοργανώσεις είναι τα αντίστοιχα πρωταθλήματα κάθε συνομοσπονδίας, στα οποία γενικά συμμετέχουν οι πρωταθλητές κάθε κράτους (για παράδειγμα το ΟΥΕΦΑ Τσάμπιονς Λιγκ στην Ευρώπη και το Κόπα Λιμπερταδόρες στην Νότια Αμερική). Οι νικητές των διασυλλογικών διοργανώσεων κάθε συνομοσπονδίας έρχονται αντιμέτωπες μεταξύ τους στα πλαίσια του Παγκοσμίου Κυπέλλου Συλλόγων, το οποίο διοργανώνει η ΦΙΦΑ.[81]
Τοπικές διοργανώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι ομοσπονδίες κάθε κράτους διοργανώνουν πρωταθλήματα σε μια ποδοσφαιρική περίοδο. Η συμμετοχή των ομάδων στα πρωταθλήματα αυτά γίνεται κατά κατηγορίες (επαγγελματικές, ερασιτεχνικές, εθνικές, τοπικές, ανώτερες, κατώτερες κ.τ.λ.). Οι ομάδες κάθε κατηγορίας κατατάσσονται σε πίνακες βαθμολογίας ανάλογα με τους βαθμούς που κερδίζουν άπό κάθε αγώνα καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου. Στα πλαίσια ενός πρωταθλήματος, κάθε ομάδα συνήθως αντιμετωπίζει όλες τις υπόλοιπες ομάδες της ίδιας κατηγορίας σε ένα αγώνα στην έδρας της και σε ένα στην έδρα της άλλης ομάδας. Στο τέλος της περιόδου η ομάδα που βρίσκεται στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα ανακηρύσσεται πρωταθλήτρια της κατηγορίας. Οι ομάδες που τερματίζουν στις πρώτες θέσεις μπορεί να προαχθούν σε ανώτερη κατηγορία και οι ομάδες που θα τερματίσουν στις τελευταίες θέσεις να υποβιβαστούν σε κατώτερη κατηγορία για την επόμενη περίοδο.[82] Επιπλέον, οι ομάδες που τερματίζουν στις πρώτες θέσεις του βαθμολογικού πίνακα της ανώτερης κατηγορίας κάθε κράτους, μπορεί να κερδίζουν το δικαίωμα να αγωνιστούν σε διεθνείς διασυλλογικές διοργανώσεις της επόμενης περιόδου. Οι κυριότερες εξαιρέσεις του κανόνα αυτού είναι τα πρωταθλήματα της Λατινικής Αμερικής, τα οποία χωρίζονται σε δύο τμήματα, το Απερτούρα (ισπαν. «άνοιγμα») και το Κλαουσούρα (ισπαν. «κλείσιμο»), όπου κάθε τμήμα ανακηρύσσει και ένα πρωταθλητή.[83] Στις περισσότερες χώρες, το σύστημα πρωταθλήματος συνοδεύεται από μία ή περισσότερες διοργανώσεις κυπέλλου, που συνήθως διεξάγεται με νοκ-άουτ αγώνες.
Ποδοσφαιριστές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Κορυφαίοι ποδοσφαιριστές
Στην ιστορία του ποδοσφαίρου υπήρξαν και υπάρχουν μεγάλοι ποδοσφαιριστές, τόσο για τα αθλητικά και τεχνικά τους προσόντα, αλλά και για την προσωπικότητα τους.[109] Η συμπερίληψη ενός ποδοσφαιριστή στους κορυφαίους του πλανήτη μπορεί να γίνει είτε μέσω επίσημων φορέων του ποδοσφαίρου (π.χ. ΦΙΦΑ) είτε μέσω άλλων φορέων, όπως έγκυρα ποδοσφαιρικά περιοδικά. Η επιλογή μπορεί να γίνεται μέσω ψηφοφορίας του κοινού, ψηφοφορίας αθλητικογράφων του ποδοσφαίρου ή ψηφοφορίας ποδοσφαιριστών και προπονητών. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι επιλογές κρίνονται ως υποκειμενικές.[110] Ενδεικτικά, το 1998 στα πλαίσια των τελετών έναρξης του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1998 έγινε η επιλογή των κορυφαίων ενδεκάδων του 20ού αιώνα της Ευρώπης και της Νότιας Αμερικής από 250 διεθνείς δημοσιογράφους του ποδοσφαίρου. Από τις δύο αυτές ενδεκάδες έγινε η επιλογή της κορυφαίας ενδεκάδας του 20ου αιώνα, η οποία περιλαμβάνει τους ποδοσφαιριστές Λεβ Γιασίν, Κάρλος Αλμπέρτο Τόρρες, Φραντς Μπεκενμπάουερ, Μπόμπι Μουρ, Νίλτον Σάντος, Γιόχαν Κρόιφ, Αλφρέδο Ντι Στέφανο, Μισέλ Πλατινί, Γκαρίντσα, Ντιέγκο Μαραντόνα και Πελέ.[111] Το 2000, η ΦΙΦΑ απένειμε το βραβείο «Ποδοσφαιριστής του αιώνα» στους Ντιέγκο Μαραντόνα και Πελέ. Ο πρώτος επιλέγηκε μέσα από τη διαδικτυακή ψηφοφορία του κοινού και ο δεύτερος μέσα από τη ψηφοφορία παραγόντων της ΦΙΦΑ, δημοσιογράφων και προπονητών.[112]
Το 2004 η ΦΙΦΑ ζήτησε από τον Πελέ να καταρτίσει ένα κατάλογο με τους 100 καλύτερους εν ζωή ποδοσφαιριστές όλων των εποχών (FIFA 100), ως μέρος των εορτασμών για τα 100χρόνα της διεθνούς ομοσπονδίας. Η λίστα αρχικά προοριζόταν να περιλαμβάνει μόνο 100 ονόματα, αλλά ο Πελέ δεν κατάφερε να περιορίσει τον αριθμό, ο οποίος έφτασε τελικά τους 125. Μερικοί από τους ποδοσφαιριστές της λίστας είναι οι Ντέιβιντ Μπέκαμ, Άλαν Σίρερ, Μπόμπι Τσάρλτον, Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν, Αλφρέδο Ντι Στέφανο, Τζορτζ Μπεστ, Ζίκο, Ριβάλντο, Ρονάλντο, Ροναλντίνιο, Σώκρατες, Μισέλ Πλατινί, Όλιβερ Καν, Γιούργκεν Κλίνσμαν, Τζιανλουίτζι Μπουφόν, Αλεσσάντρο Ντελ Πιέρο, Φραντσέσκο Τόττι, Πάτρικ Κλάιφερτ, Φέρεντς Πούσκας, Εουσέμπιο, Κέννυ Νταλγκλίς κ.α.[110] Στη λίστα περιλαμβάνονται και δύο γυναίκες, η Μία Χαμ και η Μισέλ Έικερς. Ακόμη, το Δεκέμβριο του 1999 το περιοδικό World Soccer δημοσίευσε μια λίστα με τους 100 κορυφαίους ποδοσφαιριστές του 20ου αιώνα, η οποία δημιουργήθηκε μετά από ψηφοφορία των αναγνωστών του.[113]
Το όνομα του αθλήματος στα ελληνικά είναι σύνθετη λέξη και προέρχεται από τις λέξεις πόδι και σφαίρα, κατά αναλογία του αγγλικού football.[5] Στην αγγλική γλώσσα χρησιμοποιήθηκε ο όρος association football για να γίνεται διάκριση από άλλες μορφές ποδοσφαίρου που διεξάγονταν την εποχή εκείνη και ειδικότερα από το ράγκμπι (rugby football).[6] Επίσης, στην αγγλική γλώσσα χρησιμοποιείται ο όρος soccer που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1880 στην Αγγλία από τη σύντμηση των λέξεων social ceremony («κοινωνική τελετή»).[7] Άλλες πηγές αναφέρουν ότι η λέξη soccer προήλθε από συντομογραφία της λέξης association με την προσθήκη της κατάληξης -er, που σχημάτισε αρχικά το assoccer και αργότερα το soccer.[8] Στη σύγχρονη εποχή, ο όρος football χρησιμοποιείται αντί του όρου association football στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην ηπειρωτική Ευρώπη και στη Λατινική Αμερική και ο όρος soccer στον Καναδά και στις ΗΠΑ, καθώς και στην Ιαπωνία.[8] Σε άλλες αγγλόφωνες χώρες, όπως η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία, χρησιμοποιούνται και οι δύο όροι,[8][9] ενώ υπάρχουν και τοπικά ονόματα για το άθλημα.
Είναι ιστορικά καταγεγραμμένο ότι σε πολλές χώρες υπήρξαν παιχνίδια όπου οι παίκτες κλοτσούν μία μπάλα, όπως ο επίσκυρος στην Αρχαία Ελλάδα,[24] το «woggabaliri» στην Αυστραλία, το «harpastum» στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και το «cuju» στην Κίνα. Οι σύγχρονοι κανόνες του ποδοσφαίρου βασίζονται στις προσπάθειες που έγιναν στα μέσα του 19ου αιώνα για τυποποίηση των ποικίλων μορφών του ποδοσφαίρου που παίζοταν στα δημόσια σχολεία της Αγγλίας. Η ιστορία του ποδοσφαίρου στην Αγγλία χρονολογείται τουλάχιστον από τον όγδοο αιώνα.[25]
Οι Κανόνες του Κέμπριτζ, που καταρτίστηκαν για πρώτη φορά στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ το 1848, είχαν μεγάλη επιρροή στην ανάπτυξη των επόμενων κανόνων του ποδοσφαίρου. Οι Κανόνες του Κέμπριτζ γράφτηκαν στο Τρίνιτι Κόλετζ (Trinity College) του Κέμπριτζ σε μια συνεδρίαση στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι από τα σχολεία Ίτον (Eton College), Χάροου (Harrow School), Ράγκμπι (Rugby School),[7] Γουίντσεστερ (Winchester College) και Σριούσμπερι (Shrewsbury School). Δεν είχαν καθιερωθεί καθολικά, όπου δηλαδή παιζόταν το ποδόσφαιρο. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1850, πολλές ομάδες που δεν συνδέονταν με σχολεία ή πανεπιστήμιο δημιουργήθηκαν σε όλο τον αγγλόφωνο κόσμο, για να παίζουν διάφορες μορφές του ποδοσφαίρου. Μερικές ομάδες δημιούργησαν τους δικούς τους ξεχωριστούς κανόνες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Σέφιλντ,[7] που δημιουργήθηκε από πρώην μαθητές του δημόσιου σχολείου το 1857,[26] και που οδήγησε στη δημιουργία της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας του Σέφιλντ (Sheffield Football Association) το 1867[27] και των Κανόνων του Σέφιλντ.[28] Το 1862, ο Τζον Τσαρλς Θρινκ (John Charles Thring), εκπαιδευτικός του σχολείου Uppingham School, επινόησε επίσης ένα σύνολο κανόνων, οι οποίοι αποκαλούνταν «The Simplest Game» ή «The Uppingham Rules».[29]
Η ομάδα Ρόγιαλ Εντζινίρς η οποία ήταν φιναλίστ στο πρώτο τελικό του κυπέλλου Αγγλίας το 1872
Οι συνεχιζόμενες αυτές προσπάθειες συνέβαλαν στη δημιουργία της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Αγγλίας (The Football Association - The FA) το 1863, η οποία συνεδρίασε για πρώτη φορά το πρωί της 26ης Οκτωβρίου του 1863 στην Ταβέρνα Freemasons (Freemasons' Tavern) στην Great Queen Street του Λονδίνου.[7][30] Στη συνάντηση συμμετείχαν αντιπρόσωποι 12 ομάδων και σχολείων του Λονδίνου: Μπαρνές ΡΦΚ (Barnes Rugby Football Club), Σίβιλ Σερβάις ΦΚ (Civil Service F.C.), Κρουσάντερς ΦΚ (Crusaders F.C.), Φόρεστ οφ Λειτονστόουν (Forest of Leytonstone), Νόου Νέιμ Κλαπ (N.N. Club), Κρίσταλ Πάλας ΦΚ (1861) (Crystal Palace F.C. (1861)), Μπλάκχεθ ΦΚ (Blackheath F.C.), Κένσιγκτον Σκουλ (Kensington School), Πέρσεβαλ Χάους (Perceval House), Σούρμπιτον ΦΚ (Surbiton F.C.), Μπλάκχεθ Προπιέταρι Σκουλ (Blackheath Proprietary School) και Σάρτερχάους Σκουλ (Charterhouse School).[7][30][31] Η συνάντηση στην ταβέρνα ήταν η απαρχή για πέντε ακόμα συναντήσεις μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου, στο τέλος των οποίων παρήχθη το πρώτο ολοκληρωμένο σύνολο κανόνων. Στην τελευταία συνάντηση, ο πρώτος ταμίας της FA, ο εκπρόσωπος της ομάδας ράγκμπι Blackheath F.C., Φράνσις Μάουλε Κάμπελ (Francis Maule Campbell), απέσυρε την ομάδα του από την FA εξαιτίας της απόρριψης δύο προτάσεων. Η πρώτη επέτρεπε το τρέξιμο με την μπάλα στο χέρι και η δεύτερη επέτρεπε την παρεμπόδιση της ενέργειας αυτής με λάκτισμα στις κνήμες του αντιπάλου, τρικλοποδιά ή συγκράτηση με τα χέρια. Άλλες ποδοσφαιρικές ομάδες ράγκμπι ακολούθησαν και δεν εντάχθηκαν στην FA ή αποχώρησαν στη συνέχεια, δημιουργώντας το 1871 την Ένωση Ράγκμπι (Rugby Football Union). Τα υπόλοιπα έντεκα σωματεία, κάτω από την εποπτεία του Εμπενίζερ Κομπ Μόρλεϊ (Ebenezer Cobb Morley), ιδρυτή της Μπαρνές ΡΦΚ, επικύρωσαν τους αρχικούς δεκατρείς κανόνες του παιχνιδιού.[30] Οι κανόνες αυτοί περιλάμβαναν το χειρισμό της μπάλας με «απόκρουση» και την απουσία οριζόντιου δοκαριού και έμοιαζαν εκπληκτικά με τους κανόνες του βικτωριανού ποδοσφαίρου που αναπτύσσονταν την ίδια περίοδο στην Αυστραλία. Η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία του Σέφιλντ διατηρούσε τους δικούς της κανόνες μέχρι τη δεκαετία του 1870 και η FA υιοθέτησε ορισμένους από τους κανόνες αυτές, μέχρι που υπήρχε μόνο μικρή διαφορά στα παιχνίδια.[32]
Η Εθνική Αγγλίας αντιμέτωπη με την Εθνική Σκωτίας το 1872 στο The Oval
Οι Κανόνες Παιχνιδιού σήμερα καθορίζονται από το Διεθνές Ποδοσφαιρικό Συμβούλιο (IFAB).[33] Το συμβούλιο συγκροτήθηκε το 1886[34] μετά από συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο Μάντσεστερ μεταξύ της FA, της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας Σκωτίας, της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας Ουαλίας και της Ιρλανδικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας. Η παλαιότερη ποδοσφαιρική διοργάνωση στον κόσμο είναι το Κύπελλο Αγγλίας, το οποίο δημιουργήθηκε από τον ποδοσφαιριστή της Γουόντερερς ΦΚ και γραμματέας της FA, Τσαρλς Γουίλιαμ Άλσοκ (Charles William Alcock) και στο οποίο διαγωνίζονται οι αγγλικές ομάδες από το 1872. Ο πρώτος διεθνής ποδοσφαιρικός αγώνας έλαβε χώρα το 1872 μεταξύ της Εθνικής Σκωτίας και της Εθνικής Αγγλίας στη Γλασκώβη και πάλι με πρωτοβουλία του Τσαρλς Γουίλιαμ Άλσοκ. Στην Αγγλία επίσης δημιουργήθηκε το πρώτο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου στον κόσμο, το οποίο ιδρύθηκε στο Μπέρμιγχαμ το 1888 από το διευθυντή της Άστον Βίλα William McGregor [35] Η αρχική μορφή του πρωταθλήματος περιλάμβανε 12 σωματεία από την κεντρική και βόρεια Αγγλία. Η FIFA, ο διεθνώς αναγνωρισμένος οργανισμός που διοικεί το ποδόσφαιρο, ιδρύθηκε στο Παρίσι το 1904, οπότε και δηλώθηκε ότι θα τηρηθούν οι Κανόνες του Παιχνιδιού της FA.[36] Η αυξανόμενη δημοτικότητα του διεθνούς παιχνιδιού οδήγησε στην αποδοχή εκπροσώπων της ΦΙΦΑ στο Διεθνές Ποδοσφαιρικό Συμβούλιο το 1913. Το συμβούλιο σήμερα αποτελείται από τέσσερις εκπροσώπους της ΦΙΦΑ και από ένα εκπρόσωπο από κάθε μία από τις τέσσερις ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες του Ηνωμένου Βασιλείου.[37] Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι το μόνο κράτος που διατηρεί τέσσερις εθνικές ομάδες (Εθνική Αγγλίας, Εθνική Σκωτίας, Εθνική Ουαλίας και Εθνική Βορείου Ιρλανδίας) τιμής ένεκεν, για την προσφορά του στο άθλημα.[38]
Το Διεθνές Ποδοσφαιρικό Συμβούλιο έχει καθορίσει 17 κανόνες, που είναι γνωστοί ως Κανόνες Παιχνιδιού και δημοσιεύονται από τη FIFA.[39] Κάθε κανόνας περιγράφει προδιαγραφές ή ορίζει κατευθυντήριες γραμμές. Οι ίδιοι κανόνες εφαρμόζονται σε όλα τα επίπεδα αγώνων, αν και επιτρέπονται ορισμένες τροποποιήσεις για ομάδες παίδων, παλαιμάχων, γυναικών και ατόμων με ειδικές αδυναμίες. Οι κανόνες είναι συχνά διατυπωμένοι με γενικό τρόπο, επιτρέποντας έτσι την ευελιξία στην εφαρμογή τους ανάλογα με τη φύση του παιχνιδιού. Εκτός από τους 17 κανόνες, πολλές από τις αποφάσεις και οδηγίες του Διεθνούς Ποδοσφαιρικού Συμβουλίου συμβάλλουν στη ρύθμιση του αθλήματος.
Κανόνας 1: Ο Αγωνιστικός χώρος
Κανόνας 2: Η Μπάλα
Κανόνας 3: Ο αριθμός των ποδοσφαιριστών
Κανόνας 4: Εξοπλισμός ποδοσφαιριστή
Κανόνας 5: Ο διαιτητής
Κανόνας 6: Οι βοηθοί διαιτητές
Κανόνας 7: Διάρκεια του αγώνα
Κανόνας 8: Έναρξη και επανέναρξη του παιχνιδιού
Κανόνας 9: Η μπάλα εντός και εκτός παιχνιδιού
Κανόνας 10: Μέθοδος επίτευξης τέρματος
Κανόνας 11: Παίκτης εκτός παιχνιδιού (Οφσάιντ)
Κανόνας 12: Παραβάσεις και ανάρμοστη συμπεριφορά (Φάουλ)
Κανόνας 13: Ελεύθερο λάκτισμα (άμεσο και έμμεσο)
Κανόνας 14: Πέναλτι (ποδόσφαιρο)
Κανόνας 15: Επαναφορά από την πλάγια γραμμή (Πλάγιο άουτ)
Κανόνας 16: Από τέρματος λάκτισμα (Άουτ)
Κανόνας 17: Το γωνιαίο λάκτισμα (Κόρνερ)
Διεθνείς διοργανώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η σημαντικότερη διεθνής ποδοσφαιρική διοργάνωση είναι το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου (ή Μουντιάλ), το οποίο διοργανώνεται από τη ΦΙΦΑ. Η διοργάνωση λαμβάνει χώρα κάθε τέσσερα χρόνια. Περίπου 190-200 εθνικές ομάδες διαγωνίζονται στα προκριματικά της διοργάνωσης που τελούνται υπό την αιγίδα των ηπειρωτικών συνομοσπονδιών, για μια θέση στην τελική φάση της διοργάνωσης. Η τελική φάση, η οποία διεξάγεται κάθε τέσσερα χρόνια, περιλαμβάνει 32 εθνικές ομάδες που διαγωνίζονται για μια χρονική περίοδο περίπου ενός μηνός. Ο αριθμός των ομάδων που συμμετέχουν στην τελική φάση έχει αλλάξει στην διάρκεια της ιστορίας του θεσμού. Η πιο πρόσφατη αλλαγή έλαβε χώρα ενόψει του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου του 1998, όπου υπήρξε αύξηση του αριθμού των ομάδων από 24 σε 32.[73] Το πιο πρόσφατου τουρνουά ήταν το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου 2010, το οποίο διοργανώθηκε στη Νότια Αφρική το διάστημα μεταξύ 11 Ιουνίου 2010 και 11 Ιουλίου 2010, ενώ ήταν η πρώτη φορά που η τελική φάση του θεσμού διεξήχθη στην Αφρική.[74][75]
Ενός λεπτού σιγή πριν από την έναρξη ενός διεθνούς αγώνα.
Επιπρόσθετα, ένα ποδοσφαιρικό ολυμπιακό τουρνουά διεξάγεται σε κάθε θερινή Ολυμπιάδα από το 1900, εκτός από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1932 στο Λος Άντζελες.[76] Πριν από τη δημιουργία του Παγκοσμίου Κυπέλλου, οι Ολυμπιακοί Αγώνες (ειδικά κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920), είχαν το ίδιο καθεστώς με το Παγκόσμιο Κύπελλο. Αρχικά, η εκδήλωση ήταν μόνο για τους ερασιτέχνες,[36] Ωστόσο, από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1984 επιτρέπονται οι επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, έστω και με ορισμένους περιορισμούς που εμποδίζουν τα κράτη να παραθέτουν τις πιο δυνατές εθνικές τους. Επί του παρόντος, το τουρνουά των ανδρών στους Ολυμπιακούς αγώνες διεξάγεται με τις εθνικές ομάδες κάτω των 23 ετών (U23).[77] Στο παρελθόν είχε επιτραπεί ένας περιορισμένος αριθμός ποδοσφαιριστών μεγαλύτερης ηλικίας ανά ομάδα.[78] Το τουρνουά γυναικών προστέθηκε στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων το 1996. Σε αντίθεση με το τουρνουά των ανδρών, επιτρέπονται οι επαγγελματίες ποδοσφαιριστές χωρίς κανένα περιορισμό ηλικίας.[77]
Μετά το Παγκόσμιο κύπελλο, οι σημαντικότερες διεθνείς ποδοσφαιρικές διοργανώσεις είναι τα πρωταθλήματα των συνομοσπονδιών, τα οποία οργανώνονται από κάθε συνομοσπονδία και συμμετέχουν οι εθνικές ομάδες των μελών τους. Οι διοργανώσεις αυτές είναι το Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου ή Euro (ΟΥΕΦΑ), το Κόπα Αμέρικα (CONMEBOL), το Κύπελλο Εθνών Αφρικής (CAF), το Ασιατικό Κύπελλο Εθνών Ποδοσφαίρου (AFC), το Χρυσό Κύπελλο CONCACAF (CONCACAF) και το Κύπελλο Εθνών Ωκεανίας (OFC). Στο Κύπελλο Συνομοσπονδιών ΦΙΦΑ συμμετέχουν οι νικητές των πιο πάνω διοργανώσεων, η εκάστοτε κάτοχος του Παγκοσμίου Κυπέλλου και η εθνική ομάδα του κράτους το οποίο διοργανώνει το Κύπελλο Συνομοσπονδιών.[79] Το Κύπελλο Συνομοσπονδιών γενικά θεωρείται ως μια «προθέρμανση» για το επερχόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο και δεν έχει την ίδια αίγλη με το τελευταίο.[80] Οι πιο διάσημες διασυλλογικές διοργανώσεις είναι τα αντίστοιχα πρωταθλήματα κάθε συνομοσπονδίας, στα οποία γενικά συμμετέχουν οι πρωταθλητές κάθε κράτους (για παράδειγμα το ΟΥΕΦΑ Τσάμπιονς Λιγκ στην Ευρώπη και το Κόπα Λιμπερταδόρες στην Νότια Αμερική). Οι νικητές των διασυλλογικών διοργανώσεων κάθε συνομοσπονδίας έρχονται αντιμέτωπες μεταξύ τους στα πλαίσια του Παγκοσμίου Κυπέλλου Συλλόγων, το οποίο διοργανώνει η ΦΙΦΑ.[81]
Τοπικές διοργανώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι ομοσπονδίες κάθε κράτους διοργανώνουν πρωταθλήματα σε μια ποδοσφαιρική περίοδο. Η συμμετοχή των ομάδων στα πρωταθλήματα αυτά γίνεται κατά κατηγορίες (επαγγελματικές, ερασιτεχνικές, εθνικές, τοπικές, ανώτερες, κατώτερες κ.τ.λ.). Οι ομάδες κάθε κατηγορίας κατατάσσονται σε πίνακες βαθμολογίας ανάλογα με τους βαθμούς που κερδίζουν άπό κάθε αγώνα καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου. Στα πλαίσια ενός πρωταθλήματος, κάθε ομάδα συνήθως αντιμετωπίζει όλες τις υπόλοιπες ομάδες της ίδιας κατηγορίας σε ένα αγώνα στην έδρας της και σε ένα στην έδρα της άλλης ομάδας. Στο τέλος της περιόδου η ομάδα που βρίσκεται στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα ανακηρύσσεται πρωταθλήτρια της κατηγορίας. Οι ομάδες που τερματίζουν στις πρώτες θέσεις μπορεί να προαχθούν σε ανώτερη κατηγορία και οι ομάδες που θα τερματίσουν στις τελευταίες θέσεις να υποβιβαστούν σε κατώτερη κατηγορία για την επόμενη περίοδο.[82] Επιπλέον, οι ομάδες που τερματίζουν στις πρώτες θέσεις του βαθμολογικού πίνακα της ανώτερης κατηγορίας κάθε κράτους, μπορεί να κερδίζουν το δικαίωμα να αγωνιστούν σε διεθνείς διασυλλογικές διοργανώσεις της επόμενης περιόδου. Οι κυριότερες εξαιρέσεις του κανόνα αυτού είναι τα πρωταθλήματα της Λατινικής Αμερικής, τα οποία χωρίζονται σε δύο τμήματα, το Απερτούρα (ισπαν. «άνοιγμα») και το Κλαουσούρα (ισπαν. «κλείσιμο»), όπου κάθε τμήμα ανακηρύσσει και ένα πρωταθλητή.[83] Στις περισσότερες χώρες, το σύστημα πρωταθλήματος συνοδεύεται από μία ή περισσότερες διοργανώσεις κυπέλλου, που συνήθως διεξάγεται με νοκ-άουτ αγώνες.
Ποδοσφαιριστές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Κορυφαίοι ποδοσφαιριστές
Στην ιστορία του ποδοσφαίρου υπήρξαν και υπάρχουν μεγάλοι ποδοσφαιριστές, τόσο για τα αθλητικά και τεχνικά τους προσόντα, αλλά και για την προσωπικότητα τους.[109] Η συμπερίληψη ενός ποδοσφαιριστή στους κορυφαίους του πλανήτη μπορεί να γίνει είτε μέσω επίσημων φορέων του ποδοσφαίρου (π.χ. ΦΙΦΑ) είτε μέσω άλλων φορέων, όπως έγκυρα ποδοσφαιρικά περιοδικά. Η επιλογή μπορεί να γίνεται μέσω ψηφοφορίας του κοινού, ψηφοφορίας αθλητικογράφων του ποδοσφαίρου ή ψηφοφορίας ποδοσφαιριστών και προπονητών. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι επιλογές κρίνονται ως υποκειμενικές.[110] Ενδεικτικά, το 1998 στα πλαίσια των τελετών έναρξης του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1998 έγινε η επιλογή των κορυφαίων ενδεκάδων του 20ού αιώνα της Ευρώπης και της Νότιας Αμερικής από 250 διεθνείς δημοσιογράφους του ποδοσφαίρου. Από τις δύο αυτές ενδεκάδες έγινε η επιλογή της κορυφαίας ενδεκάδας του 20ου αιώνα, η οποία περιλαμβάνει τους ποδοσφαιριστές Λεβ Γιασίν, Κάρλος Αλμπέρτο Τόρρες, Φραντς Μπεκενμπάουερ, Μπόμπι Μουρ, Νίλτον Σάντος, Γιόχαν Κρόιφ, Αλφρέδο Ντι Στέφανο, Μισέλ Πλατινί, Γκαρίντσα, Ντιέγκο Μαραντόνα και Πελέ.[111] Το 2000, η ΦΙΦΑ απένειμε το βραβείο «Ποδοσφαιριστής του αιώνα» στους Ντιέγκο Μαραντόνα και Πελέ. Ο πρώτος επιλέγηκε μέσα από τη διαδικτυακή ψηφοφορία του κοινού και ο δεύτερος μέσα από τη ψηφοφορία παραγόντων της ΦΙΦΑ, δημοσιογράφων και προπονητών.[112]
Το 2004 η ΦΙΦΑ ζήτησε από τον Πελέ να καταρτίσει ένα κατάλογο με τους 100 καλύτερους εν ζωή ποδοσφαιριστές όλων των εποχών (FIFA 100), ως μέρος των εορτασμών για τα 100χρόνα της διεθνούς ομοσπονδίας. Η λίστα αρχικά προοριζόταν να περιλαμβάνει μόνο 100 ονόματα, αλλά ο Πελέ δεν κατάφερε να περιορίσει τον αριθμό, ο οποίος έφτασε τελικά τους 125. Μερικοί από τους ποδοσφαιριστές της λίστας είναι οι Ντέιβιντ Μπέκαμ, Άλαν Σίρερ, Μπόμπι Τσάρλτον, Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν, Αλφρέδο Ντι Στέφανο, Τζορτζ Μπεστ, Ζίκο, Ριβάλντο, Ρονάλντο, Ροναλντίνιο, Σώκρατες, Μισέλ Πλατινί, Όλιβερ Καν, Γιούργκεν Κλίνσμαν, Τζιανλουίτζι Μπουφόν, Αλεσσάντρο Ντελ Πιέρο, Φραντσέσκο Τόττι, Πάτρικ Κλάιφερτ, Φέρεντς Πούσκας, Εουσέμπιο, Κέννυ Νταλγκλίς κ.α.[110] Στη λίστα περιλαμβάνονται και δύο γυναίκες, η Μία Χαμ και η Μισέλ Έικερς. Ακόμη, το Δεκέμβριο του 1999 το περιοδικό World Soccer δημοσίευσε μια λίστα με τους 100 κορυφαίους ποδοσφαιριστές του 20ου αιώνα, η οποία δημιουργήθηκε μετά από ψηφοφορία των αναγνωστών του.[113]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου